ρώπος

ο / ῥῶπος, ΝΑ
(με περιλπτ. σημ.) μικρά και ευτελή αντικείμενα, όπως είναι οι βελόνες, οι καρφίτσες ή τά μικροκοσμήματα, ψιλικά
αρχ.
μίγμα χρώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. τής καθημερινής γλώσσας με μειωτική σημ., που συνδέεται πιθ. με ῥώψ (βλ. λ. ρώψ [Ι])].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥῶπος — petty wares masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥωπός — ῥώψ shrub fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥῶπον — ῥῶπος petty wares masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • RHOPOPOLA — Graece Ρ῾ωποπώλης, Gallice Espicier, qui merces omnes mixtas ac minutas vendit, quae Medicis, Pictoribus, Tinctoribus et Myrepsis conducunt. Latinis Seplasiarius, παντοπώλης. Marcellus, Quodque ab Idumaeis vectum seplasia vendunt, Et quidquid… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ρωπεύω — (I) Α [ῥώψ (Ι), ῥωπός] κόβω μικρά ξύλα. (II) Α [ῥῶπος] (κατά τον Ησύχ.) ῥωποπωλῶ* …   Dictionary of Greek

  • ρωπογράφος — (I) ο / ῥωπογράφος, ΝΑ ζωγράφος που ζωγραφίζει συνηθισμένα, κοινά, ευτελή αντικείμενα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥῶπος «ψιλικά, ευτελή πράγματα» + γράφος*]. (II) ο / ῥωπογράφος, ΝΑ ζωγράφος που ζωγραφίζει θάμνους, καρπούς, φρύγανα, νεκρά θηράματα κ.ά.… …   Dictionary of Greek

  • MICTILIS — seu Mictiris merx, apud Lucilium, Pulmentaria ut intybus, aut aliqua id genus herba, Et ius maenarum, bene habet se, mictiris haec est Merx. Graecis ὁ ῤῶπος est, pauperculam interpretatur Nonius. haud omnino male. Nam ῥωπικὸν, οὐδενὸς ἄξιον καὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PSALIA — Graece ψάλια, apud Strabonem, l. 4. Τέλη δὲ οὔπως ὐπομένουσι βαρέα τȏυ τε ἐξαγομένων ἐις τὴν Κελτικὴν εντεῦθεν καὶ τȏυ ἐισαγομένων ενθένδε: τᾶτα δέ ἐςτιν ἐλεφάντινα ψάλια καὶ περιαυχενίαι καὶ λογγούρια, καὶ ὑαλᾶ σκεύη, καὶ ἄλλος ῥῶπος τοιοῦτος,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ρωπάς — άδος, ἡ, Α ῥώψ* (Ι). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥώψ (Ι), ῥωπός «θάμνος, χαμόδεντρο + επίθημα άς, άδος (πρβλ. θαμν άς)] …   Dictionary of Greek

  • ρωπήεις — εσσα, εν, Α ο κατάφυτος με θάμνους, με χαμόκλαδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥώψ (Ι), ῥωπός «θάμνος, χαμόδεντρο» + κατάλ. ήεις, άλλος τ. τής κατάλ. όεις*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.